ἄωρος 2

ἄωρος 2.
Grammatical information: m.
Meaning: `sleep' (Sapph. 57); (but Call. Fr. 177, 28 Pfeiffer has ὦρον).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: EM 117, 14 = ὦρος, "κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ᾱ μηδεν πλέον σημαίνοντος. ὦρος γὰρ ὁ ὕπνος". But ἄωρος (cod. ἄορος) ἄυπνος, Μηθυμναῖοι H. - Further s. ὦρος; also ἀωτέω.
Page in Frisk: 1,205

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄωρος — 1 untimely masc/fem nom sg ἄωρος 2 fore masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άωρος — (I) ἄωρος, ον (Α) [ώρα] 1. ανώριμος, άγουρος 2. άκαιρος, παράκαιρος 3. δύσμορφος, αποκρουστικός. (II) ἄωρος, ον (Α) 1. μετέωρος 2. (για πόδια ζώου) μπροστινός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. αβέβαιης ετυμολογίας, στην οποία έχουν δοθεί διάφορες… …   Dictionary of Greek

  • άωρος — η, ο αγίνωτος, άγουρος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀωρότερον — ἄωρος 1 untimely adverbial comp ἄωρος 1 untimely masc acc comp sg ἄωρος 1 untimely neut nom/voc/acc comp sg ἄωρος 2 fore adverbial comp ἄωρος 2 fore masc acc comp sg ἄωρος 2 fore neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀωροτάτων — ἄωρος 1 untimely fem gen superl pl ἄωρος 1 untimely masc/neut gen superl pl ἄωρος 2 fore fem gen superl pl ἄωρος 2 fore masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀωρότατον — ἄωρος 1 untimely masc acc superl sg ἄωρος 1 untimely neut nom/voc/acc superl sg ἄωρος 2 fore masc acc superl sg ἄωρος 2 fore neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀώρως — ἄωρος 1 untimely adverbial ἄωρος 1 untimely masc/fem acc pl (doric) ἄωρος 2 fore adverbial ἄωρος 2 fore masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄωρον — ἄωρος 1 untimely masc/fem acc sg ἄωρος 1 untimely neut nom/voc/acc sg ἄωρος 2 fore masc/fem acc sg ἄωρος 2 fore neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀωροτάτοιο — ἄωρος 1 untimely masc/neut gen superl sg (epic) ἄωρος 2 fore masc/neut gen superl sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀωροτέροις — ἄωρος 1 untimely masc/neut dat comp pl ἄωρος 2 fore masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀωρίων — ἄωρος 1 untimely fem gen pl ἄωρος 1 untimely masc/neut gen pl ἀώριος fem gen pl ἀώριος masc/neut gen pl ἀωρέω to be careless pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.